Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Επαναληπτικές Ασκήσεις, Γλώσσα


1) Στις παρακάτω φράσεις να αναγνωρίσετε τις δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις και να δηλώσετε το είδος τους και το συντακτικό τους ρόλο.
·         Κατά την διάρκεια της νύχτας ήρθε η είδηση ότι ο στρατός υποχώρησε μετά τη μάχη.
·         Οφείλεις να ακούσεις τις συμβουλές του γιατρού σου.
·         Μετά τις τελευταίες εξελίξεις ανησυχούσε διαρκώς μήπως χάσει τη θέση του.
·         Διάβασα στην εφημερίδα ότι τη φωτιά την έβαλαν εμπρηστές.
·         Πήγα στο γραφείο του και του ζήτησα να πάρω άδεια στο τέλος του μήνα.

2) Να βρείτε κι άλλες σημασίες των παρακάτω υπογραμμισμένων λέξεων.
·         ρίζα του δέντρου
·         πηγή νερού
·         κλειδί του σπιτιού
·         τροφή σκύλου


3) Στις παρακάτω προτάσεις να δηλώσετε πότε οι υπογραμμισμένες λέξεις χρησιμοποιούνται με την κυριολεκτική και πότε με τη μεταφορική τους σημασία.
·         Έσπασε ένα βάζο, καθώς έψαχνε τα πράγματά του.                                        
Μου έσπασε τα νεύρα με την επιμονή του.
·         Το μυαλό του είναι ξυράφι. 
Κόπηκε κατά λάθος με το ξυράφι του πατέρα του.
·         Έφαγα τα χρόνια μου μαζί του.
Βρήκα το φαγητό στο ψυγείο και το έφαγα. 
·         Του έστυψα ένα χυμό πορτοκάλι.
Έστυψα το μυαλό μου, να βρω τη λύση.

4) Στις παρακάτω φράσεις να αναγνωρίσετε τις δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις και να δηλώσετε αν είναι ονοματικές ή επιρρηματικές.
·         Όποτε ακούω αυτό το τραγούδι, τον θυμάμαι.
·         Δεν συμπαθεί όσους δε συμφωνούν μαζί του.
·         Όποιοι δεν έχουν εισιτήριο δε θα μπορέσουν να μπουν στο γήπεδο.
·         Τα πράγματα εξελίχθηκαν, όπως τα είχα φανταστεί.


5) Να βρείτε συνώνυμα των παρακάτω λέξεων.
·         κατακτώ
·         γυμνάζω
·         νόσος
·         γρήγορος
·         προτρέπω
·         ευφυής
·         αυτονόητος

6) Να γράψετε τα αντίθετα των παρακάτω λέξεων.
·         ενδιαφέρομαι
·         προοδευτικός
·         φιλελεύθερος
·         άφθαρτος

7) Στις παρακάτω φράσεις να βρείτε τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις και να δηλώσετε το είδος τους.
·         Έπρεπε να καλύπτουν καθημερινά μεγάλη απόσταση, για να ανεφοδιαστούν.
·         Χάρηκα πολύ, που τελικά δε θα χρειαστεί να ταξιδέψω.
·         Έτρεξα, να προλάβω το λεωφορείο.
·         Ελάττωσα την ταχύτητα, διότι μπήκαμε σε κατοικημένη περιοχή.


8) Να δηλώσετε σε ποιο είδος ανήκουν οι παρακάτω υποθετικοί λόγοι και να τους τρέψετε στο άλλο είδος.
·         Έτσι και γράψεις καλά, θα σου πάρω ποδήλατο.
·         Θα είχαμε πάει στο εξοχικό μας, αν δεν είχε βρέξει.
·         Θα βρεις φρέσκα φρούτα, αν πας στη λαϊκή αγορά.
·         Θα προλάβουμε, αν ξεκινήσουμε νωρίς.


9) Στις παρακάτω φράσεις να βρείτε τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις και να δηλώσετε το είδος τους.
·         Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη, ώστε προκλήθηκαν ζημιές στα γύρω κτήρια.
·         Αν και υπήρχε καλό κλίμα στη συνομιλία τους, δεν κατάφεραν να βρουν μια συμβιβαστική λύση.
·         Συγκινήθηκε τόσο, που έβαλε τα κλάματα.
·         Τελικά δεν κατάφερε να το αγοράσει, παρόλο που το ήθελε πολύ.

10) Να βρείτε τη μετωνυμία στις παρακάτω προτάσεις.
·         Σου είχα πει ότι θα πέσει Ξενοφώντας στις εξετάσεις.
·         Όλο το γήπεδο τον αποδοκίμασε για την προκλητική του συμπεριφορά.
·         Διαβάζω Παπαδιαμάντη, γιατί μου αρέσει το ύφος του.

11) Στις παρακάτω φράσεις να βάλετε κόμματα όπου χρειάζεται.
·         Δεν πρόλαβα να τον δω γιατί έτρεχε γρήγορα.
·         Τον ρώτησα ποιον συνάντησε όταν πήγε στην εκδήλωση.
·         Εκτιμώ ότι με βοήθησες παρόλο που ήσουν κουρασμένος.


12) Στις παρακάτω φράσεις να δηλώσετε ποιο σχήμα λόγου υπάρχει.
·         Τι να σου πω, πολύ έξυπνο να του δανείσεις το αυτοκίνητό σου και να πάμε εμείς με τα πόδια.
·         Έτρεχε σαν τρελός να προλάβει τις δουλειές του.
·         Παρά τις αντιξοότητες η κατάσταση δεν ήταν άσχημη.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

ΧΡΟΝΙΚΕΣ & ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ



ΧΡΟΝΙΚΕΣ & ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

1.       Ποιες από τις παρακάτω προτάσεις εκφράζουν το σύγχρονο, το προτερόχρονο, το υστερόχρονο σε σχέση με την κύρια πρόταση;

  • Στο μέλλον, όταν διαβάζω, δε θα ασχολούμαι με τίποτα άλλο.
  • Άμα τελειώσεις, πέρνα να με δεις.
  • Θα τα ξοδέψει όλα, ώσπου να μην του μείνει δεκάρα.
  • Όποτε δεν έχω νέα σου, ανησυχώ.
  • Θα σε περιμένω, ώσπου να νυχτώσει.
  • Πριν φύγει, συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του.
  • Θα είμαι στον σταθμό, πριν ξημερώσει.
  • Αφότου έφυγε, δεν είχα καμία είδηση.
  • Εκεί που τα λέγαμε αυτά, θυμόμασταν το παρελθόν.
  • Ωσότου τελειώσεις τη δουλειά σου, θα έχω έρθει κι εγώ.

2.       Να αντικαταστήσεις τους υπογραμμισμένους προσδιορισμούς με χρονικές προτάσεις.

·         Το μυστικό το κράτησε ως το θάνατο της μητέρας του.
·         Το καλοκαίρι θα επισκεφτώ το νησί.
·         Οι γεωργοί επέστρεφαν από τα χωράφια με το ηλιοβασίλεμα.
·         Ακούγοντας τα μαντάτα έτρεξαν να μου τα προφτάσουν.
·         Με το άκουσμα του κουδουνιού πετάχτηκαν όλοι επάνω.

3.       Στις παρακάτω περιόδους να βρείτε τις δευτερεύουσες χρονικές και υποθετικές προτάσεις:
·         Χθες το μεσημέρι, ενώ περπατούσα στο κέντρο της πόλης, κάποιος άγνωστος μου άρπαξε την τσάντα.
·         Πριν προχωρήσεις σε οποιαδήποτε ενέργεια, να συμβουλευτείς τον δικηγόρο σου.
·         Αν δεν είχαμε τσακωθεί, θα μπορούσα να του ζητήσω αυτή τη χάρη.
·         Κι αν μιλήσεις κι αν δε μιλήσεις, θα σε κατηγορήσουν.
·         Κάθε που βραδιάζει τον πιάνει ένας ανεξήγητος φόβος.
·         Σαν ήρθε η σειρά του να μιλήσει, από το άγχος του μπέρδεψε τα λόγια του δεν ήξερε τι έλεγε.
·         Προσπαθούσε με αγωνία να μάθει αν έφτασαν τα παιδιά του στην ώρα τους.
·         Όσο του μιλούσα, αυτός κοιτούσε το ρολόι του.

4.       Να αντικαταστήσετε τις μετοχές με μια επιρρηματική πρόταση:
·         Ακούγοντας το δυνατό φρενάρισμα, όλοι πεταχτήκαμε στο δρόμο να δούμε τι συνέβη.
·         Διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο, περνά ευχάριστα η ώρα.
·         Μελετώντας προσεχτικά την ιστορία, βγάζουμε χρήσιμα συμπεράσματα.
·         Θα δεχτείτε την άποψή μας θέλοντας και μη.
·         Είμαι βέβαιος πως ψάχνοντας προσεχτικά θα βρεις όλη την αλήθεια.

Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ασκήσεις : τελικές -αιτιολογικές προτάσεις


ΑΣΚΗΣΕΙΣ
1 Να αναγνωρίσετε  τις τελικές και τις αιτιολογικές  δευτερεύουσες προτάσεις  και να υπογραμμίσετε το σύνδεσμο με τον οποίο εισάγονται .

  1. Τα παιδιά  πηγαίνουν στο σχολείο,  για να μάθουν γράμματα .
  2. Αφού δε διάβασες , καλά να πάθεις !
  3. Χαίρομαι , που σε βλέπω ευτυχισμένο .
  4. Μια και πέρασα από την Πάτρα ,  επισκέφτηκα το φίλο μου το Γιάννη .
  5. Τον τιμώρησε , επειδή έκανε ανοησίες στην τάξη .
  6. Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο .
  7. Έτρεξε  να τον προλάβει
  8. Θύμωσε , καθώς θεώρησε το σχόλιο προσβλητικό .
  9. Απέτυχε στις εξετάσεις ,  γιατί δεν είχε προετοιμαστεί καλά .
  10. Σου τα χρωστάω όλα , αφού με βοήθησες τη δύσκολη αυτή στιγμή .

2 . Να συμπληρώσετε καθεμιά από τις παρακάτω  φράσεις με μία δευτερεύουσα αιτιολογική και μια δευτερεύουσα  τελική πρόταση .

Έπρεπε να βιαστεί
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Έφυγα  νωρίτερα από τη δουλειά
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Γυμνάζονται καθημερινά
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

3 Να αναγνωρίσετε το είδος των προτάσεων που εισάγονται με το γιατί (πλάγιες ερωτηματικές ή αιτιολογικές )

  1. Δεν ξέρω γιατί κλαις .
  2. Λυπόμουνα , γιατί δεν τον βοήθησα .
  3. Απέτυχες στις εξετάσεις , γιατί δεν είχες προετοιμαστεί σωστά .
  4. Τους ρώτησε γιατί  έφυγαν από το σχολείο.
  5. Καθυστέρησε , γιατί έχασε το λεωφορείο .

4 Να αναγνωρίσετε το είδος των προτάσεων που εισάγονται με το να  ( βουλητικές  ή τελικές)

  1. Πήγα να  φέρω τα συμβόλαια .
  2. Πρέπει να υπογράψεις  αμέσως .
  3. Θέλω να φύγεις τώρα .
  4. Ήρθε να μας  ευχαριστήσει .
  5. Πήγε  να τον δει .

5 Να αντικαταστήσετε τους υπογραμμισμένους επιρρηματικούς προσδιορισμούς που δηλώνουν σκοπό με  δευτερεύουσες τελικές προτάσεις κάνοντας τις απαραίτητες αλλαγές .

  1. Πήγε στο εξωτερικό για σπουδές
  2. Η αστυνομία πήρε μέτρα για την προστασία των πολιτών .
  3. Έδωσε αγώνα για τη ζωή του

6 Να αντικαταστήσετε τους υπογραμμισμένους επιρρηματικούς προσδιορισμούς που δηλώνουν αιτία  με  δευτερεύουσες αιτιολογικές  προτάσεις κάνοντας τις απαραίτητες αλλαγές .

  1. Έτρεμε ολόκληρος από το κρύο .
  2. Εξαιτίας της οικονομικής κρίσης πολλοί άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους .
  3. Από το φόβο του έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου .

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Πόλεμος και παιδιά

Διαβάστε το άρθρο της Unicef σχετικά με τα παιδιά και τον πόλεμο .

Γ. Ρίτσος, Ρωμιοσύνη


Ρωμιοσύνη, του Γιάννη Ρίτσου


I
Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους -
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.

Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε -
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

II
Κάθε ποὺ βραδιάζει μὲ τὸ θυμάρι τσουρουφλισμένο στὸν κόρφο τῆς πέτρας
εἶναι μία σταγόνα νερὸ ποὺ σκάβει ἀπὸ παλιὰ τὴ σιωπὴ ὡς τὸ μεδούλι
εἶναι μία καμπάνα κρεμασμένη στὸ γέρο-πλάτανο ποὺ φωνάζει τὰ χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμοῦνται στὴ χόβολη τῆς ἐρημιᾶς
κ᾿ οἱ στέγες συλλογιοῦνται τὸ μαλαματένιο χνούδι στὸ πάνω χείλι τοῦ Ἁλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σὰν τὴ φούντα τοῦ καλαμποκιοῦ καπνισμένο ἀπ᾿ τὸν καημὸ τῆς δύσης.

Ἡ Παναγία πλαγιάζει στὶς μυρτιὲς μὲ τὴ φαρδειά της φοῦστα λεκιασμένη ἀπ᾿ τὰ σταφύλια.
Στὸ δρόμο κλαίει ἕνα παιδὶ καὶ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπ᾿ τὸν κάμπο ἡ προβατίνα ποὔχει χάσει τὰ παιδιά της.

Ἴσκιος στὴ βρύση. Παγωμένο τὸ βαρέλι.
Ἡ κόρη τοῦ πεταλωτῆ μὲ μουσκεμένα πόδια.
Ἀπάνου στὸ τραπέζι τὸ ψωμὶ κ᾿ ἡ ἐλιά,
μὲς στὴν κληματαριὰ ὁ λύχνος τοῦ ἀποσπερίτη
καὶ κεῖ ψηλά, γυρίζοντας στὴ σοῦβλα του, εὐωδάει ὁ γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο καὶ πιπέρι.

Ἅ, τί μπρισίμι ἀστέρι ἀκόμα θὰ χρειαστεῖ
γιὰ νὰ κεντήσουν οἱ πευκοβελόνες στὴν καψαλισμένη μάντρα τοῦ καλοκαιριοῦ «κι αὐτὸ θὰ περάσει»
πόσο θὰ στίψει ἀκόμα ἡ μάνα τὴν καρδιὰ τῆς πάνου ἀπ᾿ τὰ ἑφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ὥσπου νὰ βρεῖ τὸ φῶς τὸ δρόμο του στὴν ἀνηφόρα τῆς ψυχῆς της.

Τοῦτο τὸ κόκκαλο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆς
μετράει ὀργιὰ-ὀργιὰ τὴ γῆς καὶ τὶς κόρδες τοῦ λαγούτου
καὶ τὸ λαγοῦτο ἀποσπερὶς μὲ τὸ βιολὶ ὡς τὸ χάραμα
καημό-καημὸ τὸ λὲν στὰ δυοσμαρίνια καὶ στοὺς πεύκους
καὶ ντιντινίζουν στὰ καράβια τὰ σκοινιὰ σὰν κόρδες
κι ὁ ναύτης πίνει πικροθάλασσα στὴν κοῦπα τοῦ Ὀδυσσέα.

Ἅ, ποιὸς θὰ φράξει τότες τὴ μπασιὰ καὶ ποιὸ σπαθὶ θὰ κόψει τὸ κουράγιο
καὶ ποιὸ κλειδὶ θὰ σοῦ κλειδώσει τὴν καρδιὰ ποὺ μὲ τὰ δυὸ θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει τοῦ Θεοῦ τ᾿ ἀστροπερίχυτα περβόλια;

Ὥρα μεγάλη σὰν τὰ Σαββατόβραδα τοῦ Μάη στὴ ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σὰν ταψὶ στοῦ γανωτζῆ τὸν τοῖχο
μεγάλο τὸ τραγούδι σὰν ψωμὶ στοῦ σφουγγαρᾶ τὸ δεῖπνο.
Καὶ νὰ ποὺ ροβολάει τὰ τρόχαλα τὸ κρητικὸ φεγγάρι
γκάπ, γκάπ, μὲ εἴκοσι ἀράδες προκαδούρα στὰ στιβάλια του,
καὶ νάτοι αὐτοὶ ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουνε τὴ σκάλα τοῦ Ἀναπλιοῦ
γεμίζοντας τὴν πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα ἀπὸ σκοτάδι,
μὲ τὸ μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο ἀστέρι
καὶ μὲ τὸ δόντι τους πευκόρριζα στοῦ Αἰγαίου τὸ βράχο καὶ τὸ ἁλάτι.
Μπῆκαν στὰ σίδερα καὶ στὴ φωτιά, κουβέντιασαν μὲ τὰ λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ τὸ θάνατο στὸ καύκαλο τοῦ παππουλῆ τους,
στ᾿ Ἁλώνια τὰ ἴδια ἀντάμωσαν τὸ Διγενῆ καὶ στρώθηκαν στὸ δεῖπνο
κόβοντας τὸν καημὸ στὰ δυὸ ἔτσι ποὺ κόβανε στὸ γόνατο τὸ κριθαρένιο τους καρβέλι.

Ἔλα κυρὰ μὲ τ᾿ ἁρμυρὰ ματόκλαδα, μὲ φλωροκαπνισμένο χέρι
ἀπὸ τὴν ἔγνοια τοῦ φτωχοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ χρόνια -
ἡ ἀγάπη σὲ περμένει μὲς στὰ σκοῖνα,
μὲς στὴ σπηλιά του ὁ γλάρος σου κρεμάει τὸ μαῦρο κόνισμά σου
κι ὁ πικραμένος ἀχινιός σου ἀσπάζεται τὸ νύχι τοῦ ποδιοῦ σου.
Μέσα στὴ μαύρη ρῶγα τοῦ ἀμπελιοῦ κοχλάζει ὁ μοῦστος κατακόκκινος,
κοχλάζει τὸ ροδάμι στὸν καμένο πρῖνο,
στὸ χῶμα ἡ ρίζα τοῦ νεκροῦ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ τινάξει ἐλάτι
κ᾿ ἡ μάνα κάτου ἀπ᾿ τὴ ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαῖρι.
Ἔλα κυρὰ ποὺ τὰ χρυσὰ κλωσσᾶς αὐγὰ τοῦ κεραυνοῦ -
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θὰ βγάλεις τὸ τσεμπέρι καὶ θὰ πάρεις πάλι τ᾿ ἄρματα
νὰ σὲ χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
νὰ σπάσει ρόιδι ὁ ἥλιος στὴν ἀλατζαδένια σου ποδιὰ
νὰ τὸν μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στὰ δώδεκα ὀρφανά σου,
νὰ λάμψει ὁλόγυρα ὁ γιαλὸς ὡς λάμπει ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ καὶ τ᾿ Ἀπριλιοῦ τὸ χιόνι
καὶ νάβγει στὰ χαλίκια ὁ κάβουρας γιὰ νὰ λιαστεῖ καὶ νὰ σταυρώσει τὶς δαγκάνες του.

III
Δῶ πέρα ὁ οὐρανὸς δὲ λιγοστεύει οὔτε στιγμὴ τὸ λάδι τοῦ ματιοῦ μας
δῶ πέρα ὁ ἥλιος παίρνει πάνω του τὸ μισὸ βάρος τῆς πέτρας ποὺ σηκώνουμε πάντα στὴ ράχη μας
σπᾶνε τὰ κεραμίδια δίχως ἂχ κάτου ἀπ᾿ τὸ γόνα τοῦ μεσημεριοῦ
οἱ ἄνθρωποι πᾶν μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τους σὰν τὰ δελφίνια μπρὸς ἀπ᾿ τὰ σκιαθίτικα καΐκια
ὕστερα ὁ ἴσκιος τους γίνεται ἕνας ἀϊτὸς ποὺ βάφει τὰ φτερά του στὸ λιόγερμα
καὶ πιὸ ὕστερα κουρνιάζει στὸ κεφάλι τους καὶ συλλογιέται τ᾿ ἄστρα
ὅταν αὐτοὶ πλαγιάζουνε στὸ λιακωτὸ μὲ τὴ μαύρη σταφίδα.

Δῶ πέρα ἡ κάθε πόρτα ἔχει πελεκημένο ἕνα ὄνομα κάπου ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι ἔχει ζωγραφισμένον ἕναν ἅγιο μ᾿ ἄγρια μάτια καὶ μαλλιὰ σκοινένια
κάθε ἄντρας ἔχει στὸ ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιὰ τὴ βελονιὰ μία κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα ἔχει μία φοῦχτα ἁλατισμένο φῶς κάτου ἀπ᾿ τὴ φοῦστα της
καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν πέντε-ἕξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στὴν καρδιά τους
σὰν τὰ χνάρια ἀπ᾿ τὸ βῆμα τῶν γλάρων στὴν ἀμμουδιὰ τὸ ἀπόγευμα.

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Τὸ ξέρουμε.
Ὅλα τὰ μονοπάτια βγάζουνε στὰ Ψηλαλώνια. O ἀγέρας εἶναι ἁψὺς κεῖ πάνου.

Ὅταν ξεφτάει ἀπόμακρα ἡ μινωικὴ τοιχογραφία τῆς δύσης
καὶ σβήνει ἡ πυρκαϊὰ στὸν ἀχερῶνα τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ἀνηφορίζουν ὡς ἐδῶ οἱ γριὲς ἀπ᾿ τὰ σκαμμένα στὸ βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στὴ Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας μὲ τὰ μάτια τὴ θάλασσα
κάθουνται καὶ μετρᾶν τ᾿ ἀστέρια ὡς νὰ μετρᾶνε τὰ προγονικὰ ἀσημένια τους κουταλοπήρουνα
κι ἀργὰ κατηφορᾶνε νὰ ταΐσουνε τὰ ἐγγόνια τους μὲ τὸ μεσολογγίτικο μπαροῦτι.

Ναί, ἀλήθεια, ὁ Ἑλκόμενος ἔχει δυὸ χέρια τόσο λυπημένα μέσα στὴ θηλειά τους
ὅμως τὸ φρύδι του σαλεύει σὰν τὸ βράχο ποὺ ὅλο πάει νὰ ξεκολλήσει πάνου ἀπ᾿ τὸ πικρό του μάτι.
Ἀπὸ βαθιὰ ἀνεβαίνει αὐτὸ τὸ κῦμα ποὺ δὲν ξέρει παρακάλια
ἀπὸ ψηλὰ κυλάει αὐτὸς ὁ ἀγέρας μὲ ρετσίνι φλέβα καὶ πλεμόνι ἀλισφακιά.

Ἄχ, θὰ φυσήξει μία νὰ πάρει σβάρνα τὶς πορτοκαλιές της θύμησης
Ἄχ, θὰ φυσήξει δυὸ νὰ βγάλει σπίθα ἡ σιδερένια πέτρα σὰν καψοῦλι
Ἄχ, θὰ φυσήξει τρεῖς καὶ θὰ τρελλάνει τὰ ἐλατόδασα στὴ Λιάκουρα
θὰ δώσει μία μὲ τὴ γροθιά του νὰ τινάξει τὴν τυράγνια στὸν ἀγέρα
καὶ θὰ τραβήξει τῆς ἀρκούδας νύχτας τὸ χαλκὰ νὰ μᾶς χορέψει τσάμικο καταμεσὶς στὴν τάπια
καὶ ντέφι τὸ φεγγάρι θὰ χτυπάει ποὺ νὰ γεμίσουν τὰ νησιώτικα μπαλκόνια
ἀγουροξυπνημένο παιδολόι καὶ σουλιώτισσες μανάδες.

Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Λαγκαδιὰ κάθε πρωινὸ
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπὸ τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτὰ τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἡ ὥρα, λέει. Νάμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.

IV
Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.

Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ στρατὸς μὲ τὰ φλάμπουρα κατάσαρκα
μὲ τὸ πεῖσμα δαγκωμένο στὰ δόντια τους σὰν ἄγουρο γκόρτσι
μὲ τὸν ἄμμο τοῦ φεγγαριοῦ μὲς στὶς ἀρβύλες τους
καὶ μὲ τὴν καρβουνόσκονη τῆς νύχτας κολλημένη μέσα στὰ ρουθούνια καὶ στ᾿ αὐτιά τους.

Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.

Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.

Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θὰ σοῦ φέρει τώρα τὸ ζεστὸ καρβέλι μὲς στὴ νύχτα νὰ ταΐσεις τὰ ὄνειρα;
Ποιὸς θὰ σταθεῖ στὸν ἴσκιο τῆς ἐλιᾶς παρέα μὲ τὸ τζιτζίκι μὴ σωπάσει τὸ τζιτζίκι,
τώρα ποὺ ἀσβέστης τοῦ μεσημεριοῦ βάφει τὴ μάντρα ὁλόγυρα τοῦ ὁρίζοντα
σβήνοντας τὰ μεγάλα ἀντρίκια ὀνόματά τους;

Τὸ χῶμα τοῦτο ποὺ μοσκοβολοῦσε τὰ χαράματα
τὸ χῶμα ποὺ εἴτανε δικό τους καὶ δικό μας - αἷμα τους - πὼς μύριζε τὸ χῶμα -
καὶ τώρα πὼς κλειδώσανε τὴν πόρτα τους τ᾿ ἀμπέλια μας
πῶς λίγνεψε τὸ φῶς στὶς στέγες καὶ στὰ δέντρα
ποιὸς νὰ τὸ πεῖ πὼς βρίσκονται οἱ μισοὶ κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα
κ᾿ οἱ ἄλλοι μισοὶ στὰ σίδερα;

Μὲ τόσα φύλλα νὰ σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα.

Σώπα, ὅπου νἄναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες.
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
Κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ - περμένουνε τὴν ὥρα, δὲν κοιμοῦνται,
περμένουν νὰ σημάνουν τὴν ἀνάσταση. Τοῦτο τὸ χῶμα
εἶναι δικό τους καὶ δικό μας - δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

V
Κάτσανε κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο
κοσκινίζοντας τὸ σταχτὶ φῶς μὲ τὰ χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τὶς μπαλάσκες τους καὶ λογαριᾶζαν πόσος μόχτος χώρεσε στὸ μονοπάτι τῆς νύχτας
πόση πίκρα στὸν κόμπο τῆς ἀγριομολόχας
πόσο κουράγιο μὲς στὰ μάτια τοῦ ξυπόλυτου παιδιοῦ ποὺ κράταε τὴ σημαία.

Εἶχε ἀπομείνει πάρωρα στὸν κάμπο τὸ στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στὸν ἀέρα σὰ μία μαύρη λουρίδα στὸ μανίκι τοῦ φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔμενε. Μονάχα κάπνιζαν ἀκόμα τὰ καμένα σπίτια.
Οἱ ἄλλοι μας ἄφησαν ἀπὸ καιρὸ κάτου ἀπ᾿ τὶς πέτρες
μὲ τὸ σκισμένο τους πουκάμισο καὶ μὲ τὸν ὅρκο τους γραμμένο στὴν πεσμένη πόρτα.
Δὲν ἔκλαψε κανείς. Δὲν εἴχαμε καιρό. Μόνο ποὺ ἡ σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ εἴταν τὸ φῶς συγυρισμένο κάτου στὸ γιαλὸ σὰν τὸ νοικοκυριὸ τῆς σκοτωμένης.

Τί θὰ γίνουν τώρα ὅταν θάρθει ἡ βροχὴ μὲς στὸ χῶμα μὲ τὰ σάπια πλατανόφυλλα
τί θὰ γίνουν ὅταν ὁ ἥλιος στεγνώσει στὸ χράμι τῆς συγνεφιᾶς σᾶ σπασμένος κοριὸς στὸ χωριάτικο κρεββάτι
ὅταν σταθεῖ στὴν καμινάδα τοῦ ἀπόβραδου μπαλσαμωμένο τὸ λελέκι τοῦ χιονιοῦ;
Ρίχνουνε ἁλάτι οἱ γριὲς μανάδες στὴ φωτιά, ρίχνουνε χῶμα στὰ μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ ἀμπέλια τῆς Μονοβασιᾶς μὴ καὶ γλυκάνει μαύρη ρώγα τῶν ἐχτρῶν τὸ στόμα,
βάλαν σ᾿ ἕνα σακκούλι τῶν παππούδων τους τὰ κόκκαλα μαζὶ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα
καὶ τριγυρνᾶνε ἔξω ἀπ᾿ τὰ τείχη τῆς πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο νὰ ριζώσουνε στὴ νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε -
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.

Δυὸ κουπιὰ καρφωμένα στὸν ἄμμο τὰ χαράματα μὲ τὴ φουρτοῦνα. Πούναι ἡ βάρκα;
Ἕνα ἀλέτρι μπηγμένο στὸ χῶμα, κι ὁ ἀγέρας νὰ φυσάει. Καμένο τὸ χῶμα. Πούναι ὁ ζευγολάτης;
Στάχτη ἡ ἐλιά, τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸ σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη μὲ τ᾿ ἀστέρια της μὲς στὸ τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ καὶ ρίγανη στὸ μεσοντούλαπο τοῦ τοίχου. Δὲν τ᾿ ἄγγιξε ἡ φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στὸ τζάκι - καὶ νὰ κοχλάζει μόνο τὸ νερὸ στὸ κλειδωμένο σπίτι. Δὲν πρόφτασαν νὰ φᾶνε.

Ἀπάνω στὸ καμένο τους πορτόφυλλο οἱ φλέβες τοῦ δάσους - τρέχει τὸ αἷμα μὲς στὶς φλέβες.
Καὶ νὰ τὸ βῆμα γνώριμο. Ποιὸς εἶναι;
Γνώριμο βῆμα μὲ τὶς πρόκες στὸν ἀνήφορο.
Τὸ σύρσιμο τῆς ρίζας μὲς στὴν πέτρα. Κάποιος ἔρχεται.
Τὸ σύνθημα, τὸ παρασύνθημα. Ἀδελφός. Καλησπέρα.
Θὰ βρεῖ λοιπὸν τὸ φῶς τὰ δέντρα του, θὰ βρεῖ μία μέρα καὶ τὸ δέντρο τὸν καρπό του.
Τοῦ σκοτωμένου τὸ παγοῦρι ἔχει νερὸ καὶ φῶς ἀκόμα.
Καλησπέρα, ἀδερφέ μου. Τὸ ξέρεις. Καλησπέρα.

Στὴν ξύλινη παράγκα τῆς πουλάει μπαχαρικὰ καὶ ντεμισέδες ἡ γριὰ δύση.
Κανεὶς δὲν ἀγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πιὰ νὰ χαμηλώσουν.
Δύσκολο καὶ νὰ ποῦν τὸ μπόι τους.

Μέσα στ᾿ ἁλῶνι ὅπου δειπνῆσαν μία νυχτιὰ τὰ παλληκάρια
μένουνε τὰ λιοκούκουτσα καὶ τὸ αἷμα τὸ ξερό του φεγγαριοῦ
κι ὁ δεκαπεντασύλλαβος ἀπ᾿ τ᾿ ἅρματά τους.
Τὴν ἄλλη μέρα τὰ σπουργίτια φάγανε τὰ ψίχουλα τῆς κουραμάνας τους,
τὰ παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια μὲ τὰ σπίρτα τους ποὺ ἀνάψαν τὰ τσιγάρα τους καὶ τ᾿ ἀγκάθια τῶν ἄστρων.

Κ᾿ ἡ πέτρα ὅπου καθῆσαν κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο ἀντικρὺ στὴ θάλασσα
αὔριο θὰ γίνει ἀσβέστης στὸ καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ἀσβεστώσουμε τὰ σπίτια μας καὶ τὸ πεζοῦλι τῆς Ἁγιὰ-Σωτῆρας
ἀντιμεθαύριο θὰ φυτέψουμε τὸ σπόρο ἐκεῖ ποὺ ἀποκοιμήθηκαν
κ᾿ ἕνα μπουμποῦκι τῆς ροδιᾶς θὰ σκάσει πρῶτο γέλιο τοῦ μωροῦ στὸν κόρφο τῆς λιακάδας.
Κ᾿ ὕστερα πιὰ θὰ κάτσουμε στὴν πέτρα νὰ διαβάσουμε ὅλη τὴν καρδιά τους
σὰ νὰ διαβάζουμε πρώτη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.

VI
Ἔτσι μὲ τὸν ἥλιο κατάστηθα στὸ πέλαγο ποὺ ἀσβεστώνει τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς μέρας
λογαριάζεται διπλὰ καὶ τρίδιπλα τὸ μαντάλωμα καὶ τὸ βάσανο τῆς δίψας
λογαριάζεται ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ ἡ παλιὰ λαβωματιὰ
κ᾿ ἡ καρδιὰ ξεροψήνεται στὴν κάψα σὰν τὰ βατικιώτικα κρεμμύδια μπρὸς στὶς πόρτες.

Ὅσο πᾶνε τὰ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο τὸ χῶμα
ὅσο πᾶνε τὰ μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τὸν οὐρανό.

Ἀδείασε τὸ κιοῦπι μὲ τὸ λάδι. Λίγη μοῦργα στὸν πάτο. Κι ὁ ψόφιος ποντικός.
Ἀδείασε τὸ κουράγιο τῆς μάνας μαζὶ μὲ τὸ πήλινο κανάτι καὶ τὴ στέρνα.
Στυφίζουν τὰ οὖλα της ἐρμιᾶς ἀπ᾿ τὸ μπαροῦτι.

Ποῦ λάδι τώρα πιὰ γιὰ τὸ καντῆλι τῆς Ἁγιὰ-Βαρβάρας
ποῦ δυόσμος πιὰ νὰ λιβανίσει τὸ μαλαματένιο κόνισμα τοῦ δειλινοῦ
ποῦ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ τὴ βραδιά-ζητιάνα νὰ σοῦ παίξει τὴν ἀστρομαντινάδα της στὴ λύρα.

Στὸ πάνου κάστρο τοῦ νησιοῦ στοιχειῶσαν οἱ φραγκοσυκιὲς καὶ τὰ σπερδούκλια.
Τὸ χῶμα ἀνασκαμμένο ἀπὸ τὸ κανονίδι καὶ τοὺς τάφους.
Τὸ γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο μὲ οὐρανό. Δὲν ἔχει πιὰ καθόλου τόπο
γιὰ ἄλλους νεκρούς. Δὲν ἔχει τόπο ἡ λύπη νὰ σταθεῖ νὰ πλέξει τὰ μαλλιά της.

Σπίτια καμένα ποὺ ἀγναντεύουν μὲ βγαλμένα μάτια τὸ μαρμαρωμένο πέλαγο
κ᾿ οἱ σφαῖρες σφηνωμένες στὰ τειχιὰ
σὰν τὰ μαχαίρια στὰ παΐδια τοῦ Ἅγιου ποὺ τὸν δέσανε στὸ κυπαρίσσι.

Ὅλη τὴ μέρα οἱ σκοτωμένοι λιάζονται ἀνάσκελα στὸν ἥλιο.
Καὶ μόνο σὰ βραδιάζει οἱ στρατιῶτες σέρνονται μὲ τὴν κοιλιὰ στὶς καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν μὲ τὰ ρουθούνια τὸν ἀγέρα ἔξω ἀπ᾿ τὸ θάνατο
ψάχνουνε τὰ παπούτσια τοῦ φεγγαριοῦ μασουλώντας ἕνα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπᾶν μὲ τὴ γροθιὰ τὸ βράχο μήπως τρέξει ὁ κόμπος τοῦ νεροῦ
μὰ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ τοῖχος εἶναι κούφιος
καὶ ξανακοῦν τὸ χτύπημα μὲ τοὺς πολλοὺς γύρους ποὺ κάνει ἡ ὀβίδα πέφτοντας στὴ θάλασσα
κι ἀκοῦν ἀκόμα μία φορὰ τὸ σκούξιμο τῶν λαβωμένων μπρὸς στὴν πύλη.
Ποῦ νὰ τραβήξεις; Σὲ φωνάζει ὁ ἀδερφός σου.

Χτισμένη ἡ νύχτα ὁλόγυρα ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους ξένων καραβιῶν.
Κλεισμένοι οἱ δρόμοι ἀπ᾿ τὰ ντουβάρια.
Μόνο γιὰ τὰ ψηλὰ εἶναι ἀκόμα δρόμος.
Κι αὐτοὶ μουντζώνουν τὰ καράβια καὶ δαγκώνουνε τὴ γλῶσσα τους
ν᾿ ἀκούσουνε τὸν πόνο τους ποὺ δὲν ἔγινε κόκκαλο.

Ἀπάνω στὰ μεντένια οἱ σκοτωμένοι καπετάνιοι ὀρθοὶ φρουροῦν τὸ κάστρο.
Κάτου ἀπ᾿ τὰ ροῦχα τους λυώνουν τὰ κρέατά τους. Ἐι, ἀδέρφι, δὲν ἀπόστασες;
Μπουμπούκιασε τὸ βόλι μέσα στὴν καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στὴ μασκάλη τοῦ ξερόβραχου,
ἀνάσα-ἀνάσα ἡ μοσκοβόλια λέει τὸ παραμύθι - δὲ θυμᾶσαι;
δοντιὰ-δοντιὰ ἡ λαβωματιά σου λέει τὴ ζωή,
τὸ χαμομῆλι φυτρωμένο μὲς στὴ λίγδα τοῦ νυχιοῦ σου στὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδαριοῦ
σοὺ λέει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου.

Πιάνεις τὸ χέρι. Εἶναι δικό σου. Νοτισμένο ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα.
Δικιά σου ἡ θάλασσα. Σὰν ξερριζώνεις τρίχα ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τῆς σιωπῆς
στάζει πικρὸ τὸ γάλα τῆς συκιᾶς. Ὅπου καὶ νᾶσαι ὁ οὐρανὸς σὲ βλέπει.
Στρίβει στὰ δάχτυλά του ὁ ἀποσπερίτης τὴν ψυχή σου σὰν τσιγάρο
ἔτσι νὰ τὴ φουμάρεις τὴν ψυχή σου ἀνάσκελα
βρέχοντας τὸ ζερβί σου χέρι μὲς στὴν ξαστεριὰ
καὶ στὸ δεξί σου κολλημένο τὸ ντουφέκι-ἀρραβωνιαστικιά σου
νὰ θυμηθεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς ποτέ του δὲ σὲ ξέχασε
ὅταν θὰ βγάζεις ἀπ᾿ τὴ μέσα τσέπη τὸ παλιό του γράμμα
καὶ ξεδιπλώνοντας μὲ δάχτυλα καμένα τὸ φεγγάρι θὰ διαβάζεις λεβεντιὰ καὶ δόξα.

Ὕστερα θ᾿ ἀνεβεῖς στὸ ψηλὸ καραοῦλι τοῦ νησιοῦ σου
καὶ βάζοντας καψοῦλι τὸ ἄστρο θὰ τραβήξεις μία στὸν ἀέρα
πάνου ἀπὸ τὰ τειχιὰ καὶ τὰ κατάρτια
πάνου ἀπὸ τὰ βουνὰ ποὺ σκύβουν σὰ φαντάροι πληγωμένοι
ἔτσι μόνο καὶ μόνο νὰ χουγιάξεις τὰ στοιχειὰ καὶ νὰ τρυπώσουν στὴν κουβέρτα τοῦ ἴσκιου -
θὰ ρίξεις μίαν ἴσα στὸν κόρφο τ᾿ οὐρανοῦ νὰ βρεῖς τὸ γαλανὸ σημάδι
σάμπως νὰ βρίσκεις πάνου ἀπ᾿ τὸ πουκάμισο τὴ ρώγα τῆς γυναίκας ποὺ αὔριο θὰ βυζαίνει τὸ παιδί σου
σάμπως νὰ βρίσκεις ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια τὸ χεροῦλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ σου.

VII
Τὸ σπίτι, ὁ δρόμος, ἡ φραγκοσυκιά, τὰ φλούδια τοῦ ἥλιου στὴν αὐλὴ ποὺ τὰ τσιμπολογᾶν οἱ κόττες.
Τὰ ξέρουμε, μᾶς ξέρουνε. Δῶ χάμου ἀνάμεσα στὰ βάτα
ἔχει ἡ δεντρογαλιὰ παρατημένο τὸ κίτρινο πουκάμισό της.
Δῶ χάμου εἶναι ἡ καλύβα τοῦ μερμηγκιοῦ κι ὁ πύργος τῆς σφήγκας μὲ τὶς πολλὲς πολεμίστρες,
στὴν ἴδια ἐλιὰ τὸ τσόφλι τοῦ περσινοῦ τζίτζικα κ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ φετεινοῦ τζίτζικα,
στὰ σκοῖνα ὁ ἴσκιος σου ποὺ σὲ παίρνει ἀπὸ πίσω σὰ σκυλὶ ἀμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ - τὰ μεσημέρια κάθεται δίπλα στὸ χωματένιον ὕπνο σου μυρίζοντας τὶς πικροδάφνες
τὰ βράδια κουλουριάζεται στὰ πόδια σου κοιτάζοντας ἕνα ἄστρο.

Εἶναι μία σιγαλιὰ ἀπὸ ἀχλάδια ποὺ μεγαλώνουνε στὰ σκέλια τοῦ καλοκαιριοῦ
μία νύστα ἀπὸ νερὸ ποὺ χαζεύει στὶς ρίζες τῆς χαρουπιᾶς -
ἡ ἄνοιξη ἔχει τρία ὀρφανὰ κοιμισμένα στὴν ποδιά της
ἕναν ἀϊτὸ μισοπεθαμένο στὰ μάτια της
καὶ κεῖ ψηλὰ πίσω ἀπὸ τὸ πευκόδασο
στεγνώνει τὸ ξωκκλήσι τοῦ Ἅη-Γιαννιοῦ τοῦ Νηστευτῆ
σὰν ἄσπρη κουτσουλιὰ τοῦ σπουργιτιοῦ σ᾿ ἕνα πλατὺ φύλλο μουριᾶς ποὺ τὴν ξεραίνει ἡ κάψα.

Ἐτοῦτος ὁ τσοπάνος τυλιγμένος τὴν προβιά του
ἔχει σὲ κάθε τρίχα τοῦ κορμιοῦ ἕνα στεγνὸ ποτάμι
ἔχει ἕνα δάσος βελανιδιὲς σὲ κάθε τρῦπα τῆς φλογέρας του
καὶ τὸ ραβδί του ἔχει τοὺς ἴδιους ρόζους μὲ τὸ κουπὶ ποὺ πρωτοχτύπησε τὸ γαλάζιο του Ἑλλήσποντου.

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Ἡ φλέβα τοῦ πλάτανου
ἔχει τὸ αἷμα σου. Καὶ τὸ σπερδοῦκλι τοῦ νησιοῦ κ᾿ ἡ κάπαρη.
Τὸ ἀμίλητο πηγάδι ἀνεβάζει στὸ καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ ἀπὸ μαῦρο γυαλὶ κι ἀπὸ ἄσπρο ἄνεμο
στρογγυλὴ σὰν τὰ παλιὰ πιθάρια - ἡ ἴδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα τὸ φεγγάρι ἀναποδογυρίζει τοὺς σκοτωμένους
ψάχνει τὰ πρόσωπά τους μὲ παγωμένα δάχτυλα νὰ βρεῖ τὸ γιό του
ἀπ᾿ τὴν κοψιὰ τοῦ σαγονιοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τὶς τσέπες τους. Πάντα κάτι θὰ βρεῖ. Κάτι βρίσκουμε.
Ἕνα κλειδί, ἕνα γράμμα, ἕνα ρολόι σταματημένο στὶς ἑφτά. Κουρντίζουμε πάλι τὸ ρολόι. Περπατᾶνε οἱ ὧρες.

Ὅταν μεθαύριο λυώσουνε τὰ ροῦχα τους καὶ μείνουνε γυμνοὶ ἀνάμεσα στὰ στρατιωτικὰ κουμπιά τους
ἔτσι ποὺ μένουν τὰ κομμάτια τ᾿ οὐρανοῦ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ καλοκαιριάτικα ἄστρα
τότε μπορεῖ νὰ βροῦμε τ᾿ ὄνομά τους καὶ μπορεῖ νὰ τὸ φωνάξουμε: ἀγαπῶ.
Τότε. Μὰ πάλι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ μακρινά.
Εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ κοντινά, σὰν ὅταν πιάνεις στὸ σκοτάδι ἕνα χέρι καὶ λὲς καλησπέρα
μὲ τὴν πικρὴ καλογνωμιὰ τοῦ ξενητεμένου ὅταν γυρνάει στὸ πατρικό του
καὶ δὲν τὸν γνωρίζουνε μήτε οἱ δικοί του, γιατὶ αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸ θάνατο
κ᾿ ἔχει γνωρίσει τὴ ζωὴ πρὶν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ καὶ πάνου ἀπὸ τὸ θάνατο
καὶ τοὺς γνωρίζει. Δὲν πικραίνεται. Αὔριο, λέει. Κ᾿ εἶναι σίγουρος
πῶς ὁ δρόμος ὁ πιὸ μακρινὸς εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ, μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων καὶ τῶν ἄστρων καὶ τῶν ἀδελφῶν.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα!


Πόλεμος και Ειρήνη (αληθινές μαρτυρίες)


Ιράκ: «Πείτε σε όλο τον κόσμο τι συμβαίνει»
Ενώ η δυνατότητα πρόσβασης στα θύματα του πολέμου και της βίας είναι περιορισμένη σε πολλά μέρη της χώρας εξαιτίας της μεγάλης ανασφάλειας, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βρίσκουμε νέους τρόπους για να προσφέρουμε βοήθεια στον ιρακινό πληθυσμό. Εκτός από την προμήθεια φαρμάκων και ιατρικού υλικού στα νοσοκομεία σε διάφορα μέρη της χώρας, φέτος οι ομάδες μας ξεκίνησαν να εργάζονται σε νοσοκομεία που βρίσκονται στις σχετικά ασφαλείς βόρειες επαρχίες του Ιράκ, όπου νοσηλεύονται πολλοί ασθενείς από τις εμπόλεμες περιοχές. Παρακάτω παραθέτουμε τις μαρτυρίες τριών από αυτούς: Ο Καμάλ είναι ένας νεαρός 22 ετών. Βρίσκεται σε ένα κρεβάτι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, μετά από εγχείρηση στο αριστερό του πόδι. Τα χέρια και το πρόσωπό του φέρουν σοβαρά εγκαύματα και, ενώ μιλάει, καλύπτει τα σημάδια με μια πετσέτα: «Είμαι από τη Βαγδάτη. Δουλεύω ως φύλακας για μια ασφαλιστική εταιρεία. Περίπου πριν από 2 εβδομάδες, ταξιδεύαμε από το Βορρά προς τη Βαγδάτη σε μια αυτοκινητοπομπή μεταφέροντας προϊόντα. Καθόμουν στο πρώτο αυτοκίνητο, ένα φορτηγάκι. Ξαφνικά ακούστηκε μια έκρηξη. Λιποθύμησα. Όταν ξύπνησα για λίγα δευτερόλεπτα είδα τον οδηγό του αυτοκινήτου να κείται δίπλα μου ? ήταν νεκρός. Οι άλλοι δύο άντρες στο αυτοκίνητο είχαν επίσης τραυματιστεί. Μας πήγαν στο νοσοκομείο. Έχω πολλά κατάγματα στο αριστερό μου πόδι κι αυτά τα εγκαύματα στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πλευρά. Συνολικά έχω εγκαύματα σε ποσοστό 22% του δέρματός μου. Χειρουργήθηκα στο πόδι. Γενικά, χαίρομαι που είμαι ακόμα ζωντανός. Όταν βγω από το νοσοκομείο θα συνεχίσω να δουλεύω ως φύλακας. Η ζωή πρέπει να συνεχιστεί!» Στην ίδια πτέρυγα, ένας ηλικιωμένος άντρας κάθεται δίπλα στο κρεβάτι ενός νεαρού αγοριού: «Ο Γιουσίφ είναι ο γιος της ανιψιάς μου. Είναι δώδεκα χρονών. Πριν από δυο βδομάδες, ενώ είχαν μια οικογενειακή συγκέντρωση στη Βαγδάτη, ένοπλοι άντρες επιτέθηκαν στο σπίτι τους. Σκότωσαν τον πατέρα του Γιουσίφ και τον οκτάχρονο αδερφό του, τη γυναίκα του θείου του που ήταν έγκυος κι έναν ακόμα θείο του. Το σπίτι καταστράφηκε τελείως, χάθηκαν τα πάντα. Το Γιούσιφ τον πυροβόλησαν στο πόδι. Είχε πολλαπλά κατάγματα. Αρχικά τον μετέφεραν σε νοσοκομείο της Βαγδάτης αλλά κι εκεί δεν αισθανόμασταν ασφαλείς. Γι΄ αυτό ήρθαμε εδώ με ιδιωτικό αυτοκίνητο. Χρειαζόταν χειρουργείο. Θα γίνει καλά και θα συνεχίσει τη ζωή του, τις σπουδές του. Αλλά δε θα επιστρέψουμε ποτέ στη Βαγδάτη. Ο πατέρας του Γιουσίφ ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος, ήταν μηχανικός. Είπα στο παιδί ότι ο πατέρας του ζει ακόμα αλλά μου απάντησε: «Μη μου λες ψέματα θείε, τον είδα πεσμένο κάτω. Ξέρω ότι είναι νεκρός.» Τα είδε όλα με τα μάτια του. Είδε το σώμα του αδερφού του γεμάτο σφαίρες. Τον πυροβόλησαν με το πολυβόλο. Η μητέρα του Γιουσίφ είναι τώρα στο Κιρκούκ, μετά την επίθεση αντιμετωπίζει διανοητικά προβλήματα. Υπέφερε από ρευματισμούς για πολλά χρόνια και τώρα δε μπορεί να κουνηθεί καθόλου. Αυτή τη στιγμή δεν έχει καμία ιατρική ή ψυχολογική περίθαλψη. Ίσως μπορέσουμε να τη φέρουμε εδώ την επόμενη εβδομάδα. Είμαστε ευγνώμονες στο νοσοκομείο αυτό και στους γιατρούς που μας βοηθούν. Η περίθαλψη εδώ είναι πολύ καλή. Σας παρακαλώ, πείτε στον κόσμο τι μας συμβαίνει. Ο Σαΐντ είναι άλλος ένας ασθενής στη μονάδα εντατικής θεραπείας, 30 ετών. «Είμαι από μια μικρή πόλη κοντά στη Μοσούλη. Πριν από πέντε μέρες περπατούσα με τον ξάδελφό μου στο δρόμο. Ξαφνικά ακούσαμε πυροβολισμούς από πολυβόλο προς το μέρος μας. Χτυπήθηκα από πολλές σφαίρες στη δεξιά πλευρά μου. Πονούσα πάρα πολύ. Ο ξάδελφός μου, που δεν τραυματίστηκε, με έφερε στο νοσοκομείο, όπου χειρουργήθηκα. Οι γιατροί μου υποσχέθηκαν ότι σε λίγες μέρες θα μπορέσω να πάω σπίτι. Στην πόλη μου έχω ένα βενζινάδικο αλλά τώρα δε θέλω να συνεχίσω να δουλεύω εκεί. Όταν είσαι στο δρόμο δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί μια βόμβα ή ένα αυτοκίνητο να ανατιναχτεί δίπλα σου. Το ξέραμε ότι μια μέρα μπορεί να γινόταν κάτι τέτοιο. Πάντα το περιμέναμε. Έχω γυναίκα και 8 παιδιά. Τους λέω να μείνουν σπίτι και να μην έρθουν να με δουν. Είναι πολύ επικίνδυνο να κυκλοφορείς στους δρόμους. Ανησυχώ συνέχεια για την οικογένειά μου. Αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή μας.» Όλα τα ονόματα των ασθενών έχουν αλλαχτεί. Ιράκ: Χειρουργική βοήθεια σε θύματα πολέμου Ο πόλεμος και οι συγκρούσεις στο Ιράκ έχουν προκαλέσει μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως, με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες καθημερινά. Το σύστημα υγείας της χώρας δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να παρέχει την απαραίτητη περίθαλψη σε αυτά τα θύματα της βίας. Χιλιάδες γιατροί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα ενώ αυτοί που έχουν παραμείνει συχνά παρενοχλούνται, συλλαμβάνονται ή δέχονται απειλές για απαγωγή ή δολοφονία. Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν μετατραπεί σε στόχους σε αυτές τις συγκρούσεις και, σαν αποτέλεσμα, οι περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί βοήθειας έχουν φύγει από τη χώρα. Οι ΓΧΣ παρέχουμε ιατρική βοήθεια στους κατοίκους της χώρας σε διάφορες περιοχές μέσα στο Ιράκ, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούμε προγράμματα στήριξης από γειτονικές χώρες, όπως η Ιορδανία. Στα νοσοκομεία των πιο ασφαλών βόρειων περιοχών της χώρας, οι ΓΧΣ έχουμε δημιουργήσει προγράμματα για την παροχή χειρουργικών υπηρεσιών καθώς και ψυχολογικής στήριξης σε ασθενείς από τις εμπόλεμες ζώνες.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Αναφορικές Προτάσεις


Αναφορικές προτάσεις

Οι αναφορικές προτάσεις εισάγονται με:
  1. αναφορικές αντωνυμίες: ο οποίος, όσος, ό,τι, οτιδήποτε, όποιος κλπ.
  2. αναφορικά επιρρήματα: όπου, οπουδήποτε, όπως, καθώς, οπωσδήποτε, όποτε, οποτεδήποτε κλπ.

Ανάλογα με τον συντακτικό τους ρόλο διακρίνονται σε:
  1. Επιθετικές  (εξαρτημένες) όταν προσδιορίζουν ένα ουσιαστικό. Έβαλε στο ψυγείο το φαγητό που του περίσσεψε.
  2. Ονοματικές – ελεύθερες όταν παίζουν το ρόλο Υποκειμένου, Αντικειμένου ή κατηγορούμενου. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει. Έφαγαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις.
  3. Επιρρηματικές – ελεύθερες όταν παίζουν το ρόλο επιρρηματικού προσδιορισμού:
    • Αιτιολογικές: Ευχαρίστησε το θεό που σώθηκε. (=επειδή)
    • Τελικές: Θέλω μια νοσοκόμα που να φροντίζει τη γιαγιά. (=για να)
    • Αποτελεσματικές: Έφτιαξα ένα φαγητό που να γλύφεις τα δάχτυλά σου. (=τέτοιο ώστε)
    • Υποθετικές: Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει. (=αν)
    • Εναντιωματικές: Ό,τι κι αν σου πει, μην τον πιστέψεις.
    • Παρομοιαστικές: (όπως, καθώς, σαν να). Κλαίει με το παραμικρό, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά.
    • Τοπικές: Σταματούσαμε όπου βρίσκαμε νερό.
    • Χρονικές: Να έρθεις όποτε θέλεις.
    • Τροπικές: Να φέρεσαι όπως πρέπει.
    • Ποσοτικές: Προσπάθησα όσο περισσότερο μπορούσα.


Επιθετικές Αναφορικές Προτάσεις

Εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες: ο οποίος, η οποία, το οποίο, που

Διακρίνονται σε:

Προσδιοριστικές, όταν αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα στο νόημα του όρου τον οποίο προσδιορίζουν και αν παραλειφθούν δημιουργείται ασάφεια ή το νόημα αλλάζει. ΔΕΝ χωρίζονται με κόμμα.
Θα μας μείνει αξέχαστη η δύση που είδαμε χθες.

Προσθετικές ή παραθετικές, όταν δεν αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα στο νόημα του όρου που προσδιορίζουν και αν παραλειφθούν δεν αλλάζει το νόημα. Μια τέτοια πρόταση αποτελεί παράθεση και χωρίζεται πάντα με κόμμα

Η μητέρα μου, που ενδιαφέρεται για την υγεία μου, με υποχρέωσε να φορέσω χοντρό μπουφάν.


Ποιες από τις παρακάτω αναφορικές προτάσεις είναι προσδιοριστικές και ποιες προσθετικές (παραθετικές). Να βάλετε κόμματα όπου χρειάζεται.
  1. Οι βροντές που ακούγονταν από μακριά προμηνούσαν καταιγίδα.
  2. Επιτέλους ήρθε η βροχή που περίμεναν με αγωνία οι γεωργοί.
  3. Η Καλλιόπη που φιλοξενούμε σπίτι μας θα μας φύγει αύριο.
  4. Ο παππούς μου που έχει πολεμήσει στον πόλεμο του ’40 παίρνει ακόμη μέρος στις παρελάσεις.
  5. Τα γαλλικά που τα έμαθα από νωρίς με βοήθησαν πολύ στην καριέρα μου.
  6. Το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες είναι συγκλονιστικό.
  7. Ο Αλέκος που καθόταν στην άκρη της πλατείας δεν έβλεπε όλους τους ηθοποιούς.
  8. Ο μαέστρος παρατήρησε αυστηρά τη χορωδό που φαλτσάρισε.
  9. Οι Μούσες που κατοικούσαν στα Πιέρια ήταν εννιά.
  10. Το σημειωματάριο που μου χάρισε η Αντωνία ήταν χρυσόδετο.



Η αναφορική αντωνυμία ο οποίος
    • Συμφωνεί με το όνομα που προσδιορίζει σε γένος και αριθμό.

    • Η πτώση της είναι ανάλογη με το συντακτικό της ρόλο μέσα στην πρόταση: σε ονομαστική αν είναι Υποκείμενο (οι μετανάστες οι οποίοι εργάζονται στην Ευρώπη συμβάλλουν σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη),  σε αιτιατική, αν είναι Αντικείμενο (Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, την οποία αρχίσαμε χθες, είχε πολύ ενδιαφέρον.), σε γενική, αν είναι ονοματικός προσδιορισμός (Οι Ευρωπαίοι πολίτες των οποίων τα δικαιώματα παραβιάζονται μπορούν να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.)

    • Όταν μια σύνθετη ονοματική φράση προσδιορίζεται από μια αναφορική πρόταση, η χρήση της αντωνυμίας ο οποίος συνήθως βοηθάει περισσότερο από το που, για να καταλάβουμε σε ποιο από τα ονόματα αποδίδεται ο προσδιορισμός.
Τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ευρώπη….
(τα παιδιά γεννήθηκαν στην Ευρώπη ή οι μετανάστες;)
Τα παιδιά των μεταναστών τα οποία γεννήθηκαν στην Ευρώπη….


Να αντικατασταθεί το που με άλλο αναφορικό εμπρόθετο ή απρόθετο:
  1. Τα επιχειρήματα που στηρίχτηκε ο δικηγόρος δεν ήταν πειστικά.
  2. Να η τράπεζα που πήραμε το δάνειο.
  3. Αυτό είναι το κατάστημα που αγόρασα τον υπολογιστή.
  4. Ο τρόπος που περπατά δείχνει αρχοντιά.
  5. Στη σχολή που θα φοιτήσω διδάσκονται ενδιαφέροντα μαθήματα.
  6. Το πλοίο που θα ταξιδέψω σηκώνει άγκυρα σε μια ώρα.
  7. Η υπόθεση που μας έλεγες δεν είχε μεγάλο ενδιαφέρον.
  8. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που φέρεσαι.
  9. Έχασα το μολύβι που θα έγραφα τις σημειώσεις.
  10. Το μάθημα που θα διαγωνιστούμε είναι εύκολο.
  11. Η μητέρα, που συζήτησα το θέμα, συμφώνησε.

Να χαρακτηρίσετε τις παρακάτω αναφορικές προτάσεις ως ονοματικές ή επιρρηματικές:
  1. Θύμωσε πολύ που δεν του τηλεφώνησε.
  2. Πες μας ό,τι ξέρεις για το επεισόδιο.
  3. Χρειαζόμαστε κάποιον που να μας δείξει το δρόμο.
  4. Όπου γύριζες συναντούσες άντρες, γυναίκες, παιδιά.
  5. Φώναξε τόσο δυνατά, που τον άκουσα από μακριά.
  6. Όσοι τέλειωσαν μπορούν να φύγουν.
  7. Μας διηγήθηκε το περιστατικό, όπως έγινε.
  8. Τα παιδιά μου είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω.
  9. Λυπάμαι που δεν μπορώ να βοηθήσω.
  10. Μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, ό,τι κι αν έκανα το έβρισκε καλό.

Να βρείτε τις αναφορικές προτάσεις και να αναγνωρίσετε τον συντακτικό τους ρόλο:
  1. Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια.
  2. Έγινε στη ζωή του ό,τι σχεδίαζε από μικρός.
  3. Μάζεψαν όσα μήλα είχαν πέσει κάτω.
  4. Το χωριό από το οποίο κατάγομαι είναι ορεινό.
  5. Να φάτε όσο φαγητό θέλετε.
  6. Κάθισε στο θρανίο όποιου συμμαθητή σου θέλεις.
  7. Μπορείς να διαλέξεις οτιδήποτε σου αρέσει.
  8. Η βοήθεια που μας προσέφερε ήταν πολύτιμη.
  9. Μην πιστεύεις όσα λέει.
  10. Έχει ένα παιδί που σπουδάζει στο εξωτερικό.
  11. Να αγαπάς τη δουλειά που κάνεις.
  12. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μας βοηθήσει.

Να αναγνωρίσετε το είδος των επιρρηματικών ελεύθερων προτάσεων.
  1. Ζητάω ένα υπάλληλο που να χειρίζεται τον υπολογιστή.
  2. Εξαφανίστηκε, σα να άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
  3. Θα πάμε όπου θέλετε εσείς.
  4. Είναι άνθρωπος ολιγαρκής, που μπορεί να ζήσει με το τίποτα.
  5. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω.
  6. Θέλω ένα αυτοκίνητο που να το χρησιμοποιώ στη δουλειά μου.
  7. Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς.
  8. Στο τέλος τα έβαλε μαζί μου, που τον προειδοποίησα.
  9. Δούλευε όσο πιο σκληρά μπορούσε.
  10. Αυτό δεν είναι επάγγελμα που να σου εξασφαλίζει τα αναγκαία.
  11. Χτυπούσε το κουδούνι μας ό,τι ώρα ήθελε.
  12. Όποιος δεν έρθει μαζί μας, θα το μετανιώσει.